Loading...

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Εμείς του Εντέχνου τραγουδιού...

Toυ Γιώργου Ανδρέου

Εμείς του Εντέχνου τραγουδιού (έτσι επικράτησε να λέγεται η παρέα των δημιουργών, μουσικών κι ερμηνευτών που πιστεύουν στην ξεχωριστή ιστορική, κοινωνική και αισθητική φόρτιση του ελληνικού τραγουδιού, στην Πρωτοτυπία του) δεχόμαστε εδώ και καιρό χτυπήματα κάτω απ' τη μέση κι ειρωνικές επικρίσεις από ορισμένους φωστήρες κήνσορες των Media κι από διάφορους «καλλιτέχνες» της Άλλης πλευράς, εκείνης που γέμισε το τραγούδι μας με στρας, φρου φρου κι αρώματα, καψουρολογία και θλιβερή κενότητα. Είμαστε, λέει, σε κρίση. Μπορεί. Η Ελληνική κοινωνία βρίσκεται στην σημαντικότερη κρίση προσανατολισμού και ταυτότητας των τελευταίων τριάντα τουλάχιστον χρόνων, πώς είναι δυνατόν να εξαιρεθούμε εμείς;
Σ' άλλο πλανήτη ζούμε ή σε άλλη διάσταση; Τα τραγούδια μας, λέει, ειν' ασήμαντα κι ανάξια λόγου. Ίσως. Όμως, ούτε όλα τα τραγούδια των Μύθων πριν από μας είναι καλά, πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι; Το συνολικό έργο είναι που μετράει, η σούμα, ο λογαριασμός στο τέλος -κι εμείς είμαστε ακόμα στη μέση της... μέσης, άρα, πώς είναι δυνατόν να αξιολογηθούμε πειστικά; Επίσης, οι πριν από μας μεγάλοι, είχαν σύμμαχο μαχητικό και φανερό την κοινωνία των '60s, μια κοινωνία σε θετικό αναβρασμό, μια Αριστερά με ηγετικό ρόλο.
Η παγκοσμιοποίηση ήταν άγνωστη έννοια, οι τοπικές δράσεις πολιτισμού πανίσχυρες, η τηλεόραση σχεδόν ανύπαρκτη. Εμείς, από την άλλη, έχουμε αντίπαλο (που παίζει βρώμικα και με το διαιτητή «πιασμένο») την ιδιωτική τηλεόραση και την συντριπτική πλειοψηφία των Media του τόπου μας, πλειοψηφία που έχει βαλθεί ν' αποβλακώσει και να μετατρέψει σε παθητικό καταναλωτή υποκουλτούρας, τους Έλληνες πολίτες. Το CD, έχει σχεδόν πεθάνει, η ψηφιακή τεχνολογία και το Internet (ενώ υπόσχονται μια ελεύθερη κοινωνία πρόσβασης στην Τέχνη), έχουν γίνει μοχλός ισοπέδωσης των περιφερειακών (και πιο αδύναμων) πολιτιστικών παραγωγών, αφού ο Αγγλοσαξονικός τρόπος επιβάλλεται παντού, με το δεινοσαυρικό του εκτόπισμα, αδιαφορώντας για το πώς ο καλλιτέχνης μιας μικρής χώρας θα εκδώσει και θα αμειφθεί για την πνευματική του εργασία.
Πολλά λένε οι τιμητές του Εντέχνου, πολλά και δηλητηριώδη, αποσιωπούν όμως το σπουδαιότερο: Είναι οι καλλιτέχνες του Εντέχνου, που συντηρούν τον πολιτισμό της ζωντανής μουσικής και του καλού τραγουδιού στη χώρα μας. Ταξιδεύοντας σ' όλη την ελληνική περιφέρεια, χειμώνα-καλοκαίρι, ένα συγκινητικό «μπουλούκι», διασώζει τη συγκίνηση και την αλληλοπεριχώρηση της μεγάλης μουσικής παράδοσης του Τρόπου μας: Από τα θέατρα των καλοκαιρινών Φεστιβάλ, μέχρι το τελευταίο μπαράκι με εκατό καθίσματα, είμαστε εμείς που παράγουμε μουσική, επικοινωνία, ανθρώπινη επαφή όταν οι Άλλοι, οχυρωμένοι στα πολυτελή κιτς «μαγαζιά» της νύχτας τους, εκτελούν χορευτικές φιγούρες, μαζί με το...μπαλέτο, αδαείς κι απολιτίκ, θρασείς στην άγνοια και την αμορφωσιά των τηλεοπτικών τους συνεντεύξεων, με βλέμμα τρελής χαράς, που την «έκαναν», που «έγιναν», που «πέτυχαν», ενώ οι δίσκοι τους (που οι ίδιοι αγοράζουν για να τους κάνουν «χρυσούς») αναπαύονται στις αποθήκες των εταιρειών τους, έχοντας απούλητοι επιστραφεί, για να μπουν για πάντα στα αζήτητα.
Και κάτι ακόμα: Αν γίνει μια εκτίμηση των τελευταίων περίπου τριάντα χρόνων μουσικής παραγωγής (1978-2010), στην πλευρά του Εντέχνου, θα βρεθούν τουλάχιστον τριάντα αριστουργηματικά τραγούδια (κι άλλα τόσα εξαιρετικά), μαζί με σημαντικές ηχογραφήσεις ορχηστρικής μουσικής, συνθέσεις για το θέατρο και τον κινηματογράφο, έργα για μουσικά σύνολα, έργα συνδυαστικά λόγου και ήχου.
Απέναντι σ' αυτά, η Άλλη πλευρά τί θα αντιτάξει; Πρόστυχα εσώρουχα, Παπαγάλους, Ροζ τηλέφωνα κλπ. Και τον... Παλιόκαιρο (το καλύτερο της τραγούδι, κατά την ταπεινή μου γνώμη). Χρειάζεται να αναφέρω τίτλους τραγουδιών «δικών μας», του Εντέχνου; Καλύτερα όχι -είπαμε, νικάμε με ...εικοσιεννέα γκολ διαφορά, ας τους αφήσουμε να βάλουν το γκολ της ...τιμής (τους), κρίμα είναι.

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
Στους εθνικούς σου δρόμους λάστιχα σκασμένα και ζώα σκοτωμένα.
Στου κράτους σου τους νόμους όνειρα κλεμμένα, χαρτιά σημαδεμένα.
Πολίτες δίχως πόλη, οπλίτες δίχως βόλι,
οι λίγοι ψυχωμένοι κι οι άλλοι ξοφλημένοι.
Πού ’ναι το φως σου το κρυμμένο, αυτό που χρόνια περιμένω;
Εσύ που λες πως δεν πεθαίνεις μόνο για λίγο ξαποσταίνεις
Άντε, κουνήσου και νυχτώνει κι έχουμε μείνει πάλι μόνοι.
Τα μαγικά σου βράδια σκουπίδια και ρημάδια, σκυλάδικα, σκοτάδια.
Της ψήφου τα στραβάδια, του γήπεδου κοπάδια σου κλέβουνε τα χάδια.
Αρχαία μεγαλεία, ερείπια, σχολεία,
τα αγάλματα σωπαίνουν κι οι ποιητές πεθαίνουν....
Πού ’ναι το φως σου το κρυμμένο, αυτό που χρόνια περιμένω;
Εσύ που λες πως δεν πεθαίνεις μόνο για λίγο ξαποσταίνεις.
Άντε, κουνήσου και νυχτώνει κι έχουμε μείνει πάλι μόνοι.
Και μη μου πεις ξανά ποιος φταίει κι έχουμε μείνει τελευταίοι.
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Τα λεφτά…

Του Οδυσσέα Ιωάννου

Τέτοια εποχή, γυρίζει το κεφάλι μου προς τον ήλιο. Η μέρα είναι χορταστική, η νύχτα η απολύτως απαραίτητη, τα απογεύματα σχεδόν ατελείωτα και η θάλασσα μπλε. Απλά πράγματα, που αν είσαι αμάθητος στην ομορφιά, μπορούν να σε τελειώσουν...
Το σκηνικό είναι ιδανικό, αλλά κάτι φρενάρει τις διαθέσεις και αντί να γίνεις νερό, γίνεσαι πέτρα. Οι φίλοι θα μαζευτούν, θα γελάσουν -ευτυχώς ορισμένα πράγματα αντέχουν- αλλά κάποια στιγμή, θα σκοτεινιάσουν και θα χαθούν σε σκέψεις. Tα λίγα φράγκα, η πίεση στη δουλειά, η ανασφάλεια, οι σχέσεις που δεν ρολάρουν, ο φόβος.
Ψάχνοντας σε μία ταινία, ένα τραγούδι, ένα βιβλίο, την «αποκάλυψη», που θα λύσει όλους τους κόμπους, εκείνη την αποφθεγματική φράση που θα λειτουργήσει σαν ντόπα για να βγάλουν λίγο δρόμο ακόμα.
Αρκετοί, τα έχουν παρατήσει κι αυτά και ψάχνουν τα «φάρμακά» τους, σε πατενταρισμένες παρηγοριές, τύπου «δε θα χαθούμε». Πόση ώρα αντέχει μία συζήτηση φίλων, πριν το θέμα περάσει στα λεφτά;
Σαν παππούδες που «καμαρώνουν» για τις αρρώστιες τους, νέοι άνθρωποι μαζεύονται στα σπίτια και μιλάνε, για το πόσο δύσκολα βγαίνει ο μήνας. Σχεδόν ηττημένοι, με χαμηλά ποσοστά στους δείκτες της ζωής, στρεσαρισμένοι, σε κρεβατοκάμαρες με τηλεόραση, με φθαρμένους διαλόγους, μηχανικούς.
Πώς γίνεται κάθε θέμα συζήτησης να καταλήγει στην αύξηση, στο ρεπό, στις κρατήσεις, στα καθαρά! Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ στο «Ουρλιαχτό», έγραφε: «είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα από την τρέλα».
Ε, λοιπόν, αυτό δεν ήταν το χειρότερο. Το χειρότερο είναι ότι ξεμείναν από λεφτά! Κόβουν από το φαί, για τα κοινόχρηστα. Δεν βγαίνει το δάνειο. Πέντε μέρες διακοπές το καλοκαίρι. Κι όταν γεννηθεί ο πιτσιρικάς, η οικογένεια γίνεται όστρακο που κλείνει. Ένας κουμπαράς μόνο για ψιλά -κάποια τρύπα θα βουλώσει.
Οκτώ μήνες το χρόνο ήλιος, η θάλασσα στις πέντε στάσεις τραμ. Θα μου γελάσεις λίγο γι αυτό;
Γυρίζεις σπίτι κομμάτια. Θέλεις μισή ώρα για να ζήσεις, πριν πέσεις στο κρεβάτι. Θα μου πεις μια καλή κουβέντα; Τις νύχτες, σηκώνομαι ακόμη για τσιγάρο στις 4. Δεν ξέρω τι με ξυπνάει, δεν αναρωτήθηκα ποτέ. Ο ανήσυχος ύπνος μου εδώ και χρόνια, μου έχει σπάσει τα μάτια. Εκείνη την ώρα όλοι κοιμούνται ίσοι. Και δε με μισεί κανένας. Μεγάλη παρηγοριά.
Κάθομαι και λογαριάζω. Προσθέτω ανθρώπους, λέξεις, λεφτά, πικρίες. Βγαίνουν κάτι ανομοιογενή αθροίσματα σαν μεταλλεύματα. Σαν τις κουβέντες μας στις παρέες. Ο καθένας περνάει από την μέση και λέει την ιστορία του. Τη δική του.
Αλλά η παρέα, δεν έχει κοινή ιστορία. Δε θα αποκτήσει ποτέ. Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη ήττα. Οι ομάδες μας, είναι γύρω από τον επαγγελματικό μας χώρο. Βαφτίζουμε κοινή πορεία, τις επαγγελματικές αποτυχίες και επιτυχίες. Την οικονομική αντοχή μιας μικροεταιρείας «προϊόντων».
Το κριτήριο είναι η αντοχή στον Ανταγωνισμό. Έτσι, οι κουβέντες μας, δεν αντέχουν πολύ ώρα χωρίς να αναφερθούν ή να υπονοηθούν τα λεφτά.
Τα καλύτερα μυαλά, έχουν στόματα να θρέψουν...

Οι πρώτες μας αλήθειες  
Ποιος άνεμος καλός σε είχε φέρει
πώς ζύγησες τον κόσμο στο 'να χέρι,
τη λύπη ποιος σου έμαθε ν' αντέχεις
ποια θάλασσα στο αίμα σου να έχεις.
Τώρα που το όνειρο ζητάει την πληρωμή του
όποιος μπορεί ας παίξει τη ζωή του.
Τώρα, που ξαναζούνε οι πρώτες μας αλήθειες
δεν σε κρατούν οι ψεύτικες βοήθειες.
Ποια δύναμη σου πήρε τις ελπίδες
και σ' άφησε να ζεις μ' αυτά που είδες.
Παράξενα που μπαίνει ο χειμώνας
παράξενο που αντέχουμε κι οι δυο μας.
Τώρα που το όνειρο ζητάει την πληρωμή του
όποιος μπορεί ας παίξει τη ζωή του.
Τώρα, που ξαναζούνε οι πρώτες μας αλήθειες
δε σε κρατούν οι ψεύτικες βοήθειες.
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Οι φίλοι μου σαλτάρουνε…

Του Μπάμπη Ξαρχάκου

Ως χώρα έχουμε λύσει το πρόβλημα των ναρκωτικών. Με την ευθανασία! Πώς αλλιώς να εξηγήσεις την παντελώς αναλγησία του κράτους όταν κόβει τις επιχορηγήσεις στους συλλόγους απεξάρτησης, όταν όχι μόνο δεν προσλαμβάνει νέο προσωπικό στα κέντρα πρόληψης, δεν ανανεώνει και τις συμβάσεις στο ανεπαρκές και προβληματικό(!) υπάρχον, αφού πολλοί "υπάλληλοι" πασάρουνε στη ζούλα τη μεθαδόνη, βγάζοντας το κάτι τις τους(!!). Όταν στα τριτοκοσμικά μας ψυχιατρεία αναλογεί ένας νοσηλευτής για σαράντα ασθενείς. Όταν όλοι πουλάνε και όλοι αγοράζουν γύρω μας. Όταν όλοι εμείς έχουμε σηκώσει παραβάν και δεν τους βλέπουμε, δεν τους ακούμε. Δεν υπάρχουν. Μόνο όταν πέφτει στη πιάτσα η σκάρτη σκόνη και θερίζει τις ψυχές κατά δεκάδες, τότε αναρωτιόμαστε τι έγιναν οι φίλοι μας κι έχουμε μέρες να τους δούμε.
Η ηρωίνη είναι για τη ψυχή μια δεξαμενή στέρησης των αισθήσεων. Επιπλέοντας στη Νεκρή Θάλασσα της μαστούρας, δεν νιώθεις πόνο, τύψεις, ντροπή, λύπη, κατάθλιψη, επιθυμίες. Οι σκέψεις παρασύρονται σαν τα φύκια του ωκεανού και χάνονται σε μια μακρινή, γκρίζα υπνηλία, αδιόρατες, απροσδιόριστες. Το σώμα υποτάσσεται σε έναν κρυογονικό βαθύ ύπνο. Η άτονη καρδιά χτυπάει αδύναμα και η αργή αναπνοή σιγά σιγά καταλήγει σε περιστασιακά φυσήματα. Βαριά παραλυτική νιρβάνα μουδιάζει τα άκρα, και πιο μέσα, πιο βαθιά, γλιστράς προς την αναισθησία, προς την τέλεια και παντοτινή μαστούρα.
Αυτή η χημική άφεση αμαρτιών, πληρώνεται, όπως κι όλα τα άλλα στον κόσμο, με φως. Το πρώτο πράγμα που χάνουν οι ηρωινομανείς είναι το φως στα μάτια τους. Τα μάτια τους είναι χωρίς φως, όπως τα μάτια στα αρχαία αγάλματα. Μετά χάνουν το φως της επιθυμίας. Αργά ή γρήγορα στο τελευταίο στάδιο της ευχαρίστησης από το ναρκωτικό ο ηρωινομανής θα προτιμήσει να απαρνηθεί τη γυναίκα που αγαπάει, παρά να τη βγάλει χωρίς τη δόση. Αργά ή γρήγορα, κάθε χρήστης σκληρών ναρκωτικών γίνεται ένας διάβολος σε εξορία.
Για να μπει κάποιος σε πρόγραμμα απεξάρτησης (μεθαδόνη) πρέπει να περιμένει 5 με 6 χρόνια. Με αποτέλεσμα οκτώ στους δέκα να πεθαίνουν ή να τρελαίνονται.
Και πως είναι η αποτοξίνωση από την ηρωίνη; Θα σου πω. «Σκέψου κάποια στιγμή στη ζωή σου που φοβήθηκες στ' αλήθεια. Κάποιος έρχεται κρυφά από πίσω σου όταν πιστεύεις ότι είσαι μόνος, και φωνάζει δυνατά για να σε τρομάξει. Μια συμμορία σε περικυκλώνει. Πέφτεις από μεγάλο ύψος σε κάποιο όνειρο, ή στέκεσαι στην άκρη ενός γκρεμού. Κάποιος σου κρατάει το κεφάλι κάτω από το νερό και νιώθεις να σου φεύγει η ανάσα και παλεύεις, αγωνίζεσαι με νύχια και με δόντια να βγεις στην επιφάνεια. Χάνεις τον έλεγχο του αυτοκινήτου και βλέπεις έναν τοίχο να έρχεται καταπάνω σου ενώ ουρλιάζεις χωρίς ήχο. Μετά, πρόσθεσέ τα όλα μαζί, όλους αυτούς τους τρομερούς φόβους που σφίγγουν το στήθος, και νιώσε τους όλους μαζί ταυτόχρονα, όλους την ίδια στιγμή, κάθε ώρα, κάθε μέρα. Και σκέψου κάθε πόνο που ένιωσες -το κάψιμο από το καυτό λάδι, το κοφτερό κομμάτι τζαμιού, ένα κόκαλο που σπάει, τα χαλίκια που σε έκοψαν όταν γλίστρησες κι έπεσες πάνω στο δρόμο το χειμώνα, τον πονοκέφαλο, τον πόνο στα αυτιά και τον πονόδοντο. Μετά πρόσθεσέ τα όλα, κάθε ώρα, κάθε μέρα. Μετά σκέψου κάθε αγωνία που έχεις νιώσει. Θυμήσου το θάνατο κάποιου αγαπημένου προσώπου. Θυμήσου την απόρριψη κάποιου ανθρώπου που αγαπάς. Θυμήσου τα συναισθήματα της αποτυχίας και της ντροπής και των απερίγραπτα φοβερών ενοχών. Και πρόσθεσέ τα όλα, όλες τις θλίψεις και όλες τις δυστυχίες που σε μαχαιρώνουν κατάκαρδα, και νιώσε τις όλες ταυτόχρονα, κάθε ώρα και κάθε μέρα. Αυτή είναι η αποτοξίνωση από την ηρωίνη. Είναι σαν να σε γδέρνουν ζωντανό. Η επίθεση της αγωνίας στον απροστάτευτο νου, στο μυαλό, χωρίς τις φυσικές ενδορφίνες, κάνει τους ανθρώπους να παραφρονούν. Κάθε ναρκομανής που κάνει αποτοξίνωση είναι τρελός. Η τρέλα είναι τόσο άγρια και απάνθρωπη που μερικοί δεν καταφέρνουν να βγουν ζωντανοί. Και όσοι τελικά τα καταφέρουν, τους σκοτώνουμε μετά με τα ίδια μας τα χέρια».
Κάθε μέρα που περνάω από τη πλατεία, μετράω τις απουσίες. Κάθε βράδυ στον ύπνο μου μετράω τα τρυπήματα στη καρδιά μου. Έχω θυμώσει και φωνάζω: Κουφάλες σταματήστε να σκοτώνετε τα παιδιά μας.

Οι φίλοι μου
(Στίχοι:Λίνα Νικολακοπούλου)
Οι φίλοι μου σαλτάρουνε
στα όρθια σουτάρουνε
και ψάχνουνε για τέρμα
Σε κάτι αποδυτήρια
χτυπάνε δηλητήρια
και κάτω απ' την επήρεια
τρυπάνε σκέτο δέρμα
Οι φίλοι μου μ' αφήνουνε
μονάχοι τους θα γίνουνε
με τη γραμμή στο τζάμι
Σηκώσαν τα μανίκια τους
σκοτώσανε δυο νοίκια τους
γυμνοί στα δεκανίκια τους
για μια χαρά χαράμι
Τη βρήκες; Την ακούς;
Σε ποια ζωή σε πιάνω;
Mε ποιούς κανονικούς;
Να πάω να στην κάνω...
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Όταν σβήσουν τα φώτα...

Του Διονύση Τσακνή

Είναι γνωστή η ιδιομορφία του επαγγέλματός μας. Η τέχνη και γενικά, η δημιουργία είναι συνυφασμένη με δρόμους μοναχικούς. Σπάνια, ένα έργο τέχνης, δεν είναι έργο ενός. Σκέψου έναν πίνακα ζωγραφικής, ένα γλυπτό, ένα ποίημα, ή ένα διήγημα. Δύσκολο, ως αδύνατο να μοιραστεί κάποιος τη σύλληψη της ιδέας και την υλοποίηση της, από κοινού με άλλους.
Όχι πως στο απώτερο ή πρόσφατο παρελθόν δεν είχαμε παραδείγματα περί του αντιθέτου, αλλά σχεδόν κανένα μνημειώδες έργο δεν έχει δύο υπογραφές. Ακόμα και σε αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις, (Ικτίνος, Καλλικράτης) οι αρμοδιότητες, ήταν σαφώς μοιρασμένες και προκαθορισμένες εξ' αρχής, πράγμα που όχι μόνον δεν αναιρεί, αλλά ενισχύει θα έλεγα, την αρχική διαπίστωση.
Αυτό, εξηγεί ως ένα βαθμό και την αποκοπή μας από τον στενό περίγυρο του σιναφιού και την επιλογή μοναχικών δρόμων, στην ίδια τη ζωή. Δύσκολα συναντάς φιλίες ανθρώπων που τους συνδέει η ίδια επαγγελματική ιδιότητα. Πολλώ μάλλον στην τέχνη, όπου οι κανόνες του παιχνιδιού, που ειρήσθω εν παρόδω, άλλοι έθεσαν για λογαριασμό των δημιουργών, ορίζουν εξ αρχής τον ανταγωνισμό ως πρωτεύον.
Παγιδευμένοι σ' αυτή τη λογική, δείχνουμε να αδιαφορούμε για το κοινό -καλώς εννοούμενο- επαγγελματικό συμφέρον, για την ανάγκη στοιχειώδους προστασίας του έργου μας, για την διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας στην υγεία και την ασφάλιση, ενώ παράλληλα, αφήνουμε χώρο και επιτρέπουμε τον πλουτισμό τρίτων σε βάρος μας, τον έλεγχο της συμπεριφοράς ή των κινήσεών μας και το χειρότερο, εμπιστευόμαστε τη διαχείριση του όποιου τάλαντου διαθέτουμε, σε ανθρώπους αμφιβόλου ποιότητας ή προσόντων.
Εποχές δόξας, όλοι γνωρίσαμε ή θα γνωρίσουμε. Εποχές επιτυχιών, το ίδιο. Δεν ξέρω πόσοι από μας είμαστε έτοιμοι για την αφάνεια ή την αποτυχία, αλλά ένα είναι σίγουρο: Θα μας επισκεφτούν κι αυτές όπως οι πρώτες.
Το έργο που θα αφήσουμε (αν επιτρέψει ο χρόνος κάτι τέτοιο) θα κριθεί από άλλους, μεταγενέστερους. Εμείς, καλό είναι να σκεφτούμε το πώς μπορούμε να ζήσουμε με αξιοπρέπεια, (με ό,τι σημαίνει ο όρος) τώρα και στο μέλλον και κάτι τέτοιο, καιρός είναι, να αρχίσουμε επιτέλους να το συζητάμε. Καλοί είναι και οι χρυσοί δίσκοι και τα βραβεία και οι γεμάτες αίθουσες, αλλά καλύτερο από όλα είναι ένα αξιοπρεπές αύριο, όταν τα φώτα θα έχουν σβήσει.
Βλέπεις γνωρίζω (όπως κι εσύ άλλωστε) αρκετούς συναδέλφους, που εκλιπαρούν για μια τιμητική καλλιτεχνική σύνταξη και ζουν(;) μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

Maas Media
Καλημέρα λοιπόν ακροατή κι ακροάτρια
ειμ' ο άλλος σταθμός μιά φωνή με επάρκεια
δεν υπάρχω στην τύχη μα σου μοιάζω εγώ
σου χαιδεύω τ'αυτιά κι είμαι πάντα εδώ.
Καλημέρα λοιπόν αναγνώστη μυστήριε
έχω νέα σκληρά στις σελίδες μου κύριε
φονικά και ληστείες και προφίλ συγγενών
είμαι θύτης και θύμα των δικών σου καημών.
Καλημέρα ξανά με κραυγές κι αποκόμματα
κι άμα είσαι καλός θα σου δείξω και πτώματα
να έχεις γνώμη για όλα θα ρωτάμε εμείς
ετοιμάζουμε γκάλοπ στον αέρα θα βγείς.
Καλησπέρα λοιπόν θεατή αθεράπευτε
μ' ένα ζάπινγκ τρελό σε βουρλίζω βρε άθλιε
δίνω χρώμα και λάμψη στη φτωχή σου ζωή
καληνύχτα κοιμήσου ραντεβού το πρωί.
Γειά χαρά σου λοιπόν Ελληνάκι μου αδιάφορο
μ' ένα φάλτσο ρεφρέν θα ξυπνήσεις και αύριο
μ' ένα έρωτα άδειο με πυξίδα στραβή
σε παγίδα στημένη στη γνωστή συνταγή.
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Τα in και τα out…

Του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα

Ή το κάδρο είναι στραβά κρεμασμένο ή το κοιτάω στραβά εγώ. Αλλιώς πως γίνεται να μαζεύονται καμιά δεκαριά χιλιάδες άνθρωποι πηγαίνοντας κόντρα στο γενικό κόλπο, προφανώς εκτός τόπου και χρόνου, στο Ηρώδειο για δυο μέρες ακούγοντας Θεοδωράκη και μάλιστα σε κάποιες ποιο δύσκολες μορφές. Δηλαδή αποσπάσματα από το συμφωνικό του έργο, 3ο κοντσέρτο για πιάνο, Ελικώνα, Ζορμπά κτλ. Αυτό που έγινε μου μεγάλωσε τη σύγχυση ύστερα από τις έξι παραστάσεις στο Μέγαρο με τον Θάνο, όπου παίζοντας τα τραγούδια του Καββαδία, είχαν τελειώσει τα εισιτήρια δυο βδομάδες πριν την πρεμιέρα!
Τελικά ο Θεοδωράκης είναι in ή out; Ο Χατζιδάκις τι είναι; Ο Μούτσης, Ο Σαββόπουλος, ο Ξαρχάκος, ο Γκάτσος, ο Τσαρούχης, ο Καββαδίας, ο Μικρούτσικος; Ρε μπας και μας δουλεύουνε ψιλό γαζί όλοι αυτοί με τις καλλιτεχνικές τους ειδήσεις. Τι αμηχανία και τι πανικός είναι αυτός όταν είναι υποχρεωμένοι να ασχοληθούν και να πουν για όλα αυτά τα βαρετά. Έλα όμως που τη μια σπάει ο διάολος το ποδάρι του και ο Θεοδωράκης παίρνει βραβείο UNESCO, την άλλη το βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου «Ο καιρός των χρυσανθέμων» φτάνει τις κι εγώ δεν ξέρω πόσες εκδόσεις.
Τι να κάνουν να μη βγάλουν άχνα; Δε γίνεται να τα περάσουν όλα αυτά στη παρανομία;
Γι' αυτό σας λέω. Κύριοι των Μ.Μ.Ε. μην είστε τόσο επιλεκτικοί σύμφωνα με τα γούστα σας στην πληροφόρηση και στην πολιτιστική σας προσφορά προς το κοινό που σας παρακολουθεί για να μαθαίνει τα τεκταινόμενα από τα μέσα που διαθέτετε. Λίγο πιο χαλαρά που λέει κι ο φίλος μου ο Δημητράκης και θα είναι όλα καλύτερα...

Άφησέ με δω
(Στίχοι: Λίνα Δημοπούλου)
Έχω τα φώτα μου τελείως σβηστά
Γυρίζω από σκοτάδι σε σκοτάδι
Κρυμμένος πίσω απ' τα πεσμένα ρολά
Βλέπω της νύχτας το κορμί να λαχανιάζει
Παραδομένος σε ρεφρέν από σουξέ θλιβερά
Σαλτάρει πάνω σε τραπέζια κι αφηνιάζει
Έχει στολίσει με λαμπάκια την μεγάλη ερημιά
Αυτής της πόλης που δεν ξέρει τι γιορτάζει
Άφησέ με δω
Αν βγω, αν βγω θα σου τη βγω φόρα παρτίδα
Άφησέ με δω,
Που μ' έχεις γράψει βρε ζωή μου να δω
Την πιο τρελή της ιστορίας σου σελίδα
Άφησέ με δω
Αν βγω, αν βγω θα σου τη βγω φόρα παρτίδα
Άφησέ με δω
Στο περιθώριο μόνο να ζω
Οι απελπισμένοι ανακαλύψαν την ελπίδα
Ακόμα μία νέα μέρα ξυπνά
Το μπάχαλο αλλάζει προσωπείοΤο καραβάνι ξεκινά για δουλειά
Με χρεωμένα Ι.Χ. στη Μεσογείων
Προεδριλίκι και λεζάντα με λεφτά πλαστικά
Ζωές ριγμένες σε πελάγη επιτοκίων
Κι όσοι επιμένουνε να λεν αυτό το χάλι χαρά
Θα στοιχηθούνε στην ουρά των ηλιθίων
Άφησέ με δω
Αν βγω, αν βγω θα σου τη βγω φόρα παρτίδα
Άφησέ με δω,
Που μ' έχεις γράψει βρε ζωή μου να δω
Την πιο τρελή της ιστορίας σου σελίδα
Άφησέ με δω
Αν βγω, αν βγω θα σου τη βγω φόρα παρτίδα
Άφησέ με δω
Στο περιθώριο μόνο να ζω
Οι απελπισμένοι ανακαλύψαν την ελπίδα
Άφησέ με δω
Άφησέ με δω
Άφησέ με δω...
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Η κρίση ήρθε και στον ύπνο μου ή ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται…

Του Διογένη Δασκάλου

Αλάτι: Ρίχνουμε πίσω από τη σκούπα σ' όλα τα σπίτια στην Ελλάδα για να φύγουν οι επισκέπτες Γερμανοί.
Αλεύρι: και πίσσα στον ανεύθυνο και πούπουλα από πάνω και βόλτα στο Κολωνάκι για δημόσια διαπόμπευση: Καλά μας είπες «λεφτά υπάρχουν», αλλά ξέχασες να μας πεις ότι εννοούσες τα δικά μας.
Αρνί: ο φορολογούμενος για σφάξιμο.
Βαρέλι: δίχως πάτο το χρέος της Ελλάδας κι όχι τόσο στην Ευρώπη όσο στα δικά της παιδιά.
Βρύση: Από βρύση που δεν τρέχει τι νερό να καταπιείς. Το μόνο χρήσιμο της βρύσης είναι τα παιδιά της στη σύγχρονη Ελλάδα. Οι βρισιές.
Γάλα: και μέλι ο σοσιαλισμός. Δίνεις εργασία παίρνεις ανεργία. Δίνεις θέληση, παίρνεις άρνηση. Δίνεις προσπάθεια, παίρνεις απάθεια. Η τέλεια σοσιαλιστική εφαρμογή ανταλλαγής προϊόντων.
Γεύμα: παλιά αυτονόητη διαδικασία προς εξαφάνιση. Οι γερμανοί ξανάρχονται κραδαίνοντας γαλέτες.
Ελιά: η τελευταία που είδαμε έδωσε τον ίσκιο της στη Γιάννα Αγγελοπούλου το 2004. Εθελοντισμός =σοσιαλισμός= δεν-θελοντισμός. Πριν-μετά-τώρα.
Ζαχαροπλαστείο: Στον ύπνο σου. Το μόνο γλυκό που μας έμεινε στον ξύπνιο είναι το «πιοτό της αμαρτίας». Προσοχή, προσοχή: κι αυτή θα φορολογηθεί.
Ζώα: Ιαχή του Βασίλη Λεβέντη.
Ιχθύες: Το ζώδιο του ΠΑΣΟΚ ή το σύμβολο της λαχτάρας;
Κάβουρας: Δαγκώνοντας τον ψηφοφόρο πλαγιομετωπικά.
Κόκαλα: ή ζάρια. Μια χώρα ποντάρει στο παίγνιο, γνήσιο τέκνο του τυχαίου.
Κόκορας: Κολοκοτρώνης, Καποδίστριας, Καραμανλής, καπάρο, κόκκινο λειρί και φτου κι απ' την αρχή. Οθωμανικός ζυγός, Φιλική Εταιρία, Υψηλάντηδες, Αγία Λαύρα, Κολοκοτρώνης, Καποδίστριας, δανεισμός, Βαυαροκρατία, Μακεδονία, Δραγούμης, Μελάς, 1922, Βενιζέλος, ΟΧΙ, Ναζιστική Κατοχή, Εμφύλιος, Καραμανλής, Χούντα, Αττίλας, ΕΟΚ, Παπανδρέου, Σχέδιο Ανάν, Τάσος Παπαδόπουλος, Καραμανλύκος, Μέρκελ, ΔΝΤ, Οικονομικός Ζυγός και άλλες κοκορομαχίες.
Κρασί: Πίνω για να ξεχνώ τον Bono των U2. Μέσα στους 10, μη πλησιέστερους πλουσιότερους της μουσικής.
Κρέας: Το απαγορευμένο. Νουά από Τζούλια, κατσαρόλα. Άσπρη σάλτσα απαραίτητη.
Κυνήγι: Αν δε με βρεις θα 'μαι στην κάλπη.
Λογαριασμός: Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος.
Μαχαίρι: Στα όνειρα.
Νερό: Σκέτο από 'δω και πέρα κι αν το βρεις κι αυτό. Στις 4 γουλιές η μία δώρο.
Ξεριζώνω: Το «καλό κουράγιο», το «φιλότιμο», το «λόγω τιμής», το «μπεσαλίκι», το «γεια μας». Τέρμα στο «γράφ' τα».
Οδόντες: Ο καπιταλσοσιαλιστής μπορεί με τα δόντια του να σκάβει τον τάφο του αλλά θα γίνει κι ο δικός μας.
Ποτήρι: Μακριά από μένα το ποτήριον τούτο.
Στέρνα: Τα στερνά τιμούν τη στέρνα.
Φακές: Με πολλά δικά της παλικάρια στην κυβέρνηση και στη Βουλή.
Ψάρεμα: Το λεγόμενο ρίχνω χάδια να πιάσω γαμάτα.
Ψωμί: και ελιά Γιωργάκη Βασιλιά με στέμμα τον ήλιο της πράσινης αυτανάφλεξης.
Ωμά: ομόλογα εντολοδόχαρτα και σπρέντ σε πρόσφορο και προσφορά. Η πυρπόληση εισιτηρίων έχει αρχίσει.

Υ.Γ. 1: Θάρρος παιδιά. Ο Γιωργάκης θα τα καταφέρει. Μπορεί στο τέλος να μην μείνει ούτε ένας Έλληνας αλλά την Ελλάδα θα την έχει σώσει. Κοινώς μόλις μάθαμε το γάιδαρο να μην τρώει αυτός πήγε και ψόφησε. Ο ανεύθυνος!!!!
Υ.Γ. 2: Μην αγνοείτε τον αριθμό λογαριασμού για να βάλετε ότι έχετε και δεν έχετε για να σώσετε τη χώρα. Η καταβολή ποσού ισοδυναμεί με εγγραφή στο κόμμα. Πλήρης εχεμύθεια, άμεση ανταποδοτικότητα. Θα 'στε απ' τους πρώτους που θα 'χετε σωσίβιο στον Σοσιαλιστικό Τιτανικό. Αγαπάς την Ελλάδα; Θα το πληρώσεις!!!!
Υ.Γ. 3: «Σαράντα χρόνια δούλος σε χίλια αφεντικά, επίδομα κηδείας και σύνταξη μετά» :φοιτητικός σύλλογος αγρονόμων και τοπογράφων μηχανικών ΑΠΘ.
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Μια ερωτική εξομολόγηση της προκοπής…

Του Χρήστου Παπαμιχάλη

Θυμάσαι καμιά ερωτική εξομολόγηση της προκοπής; Θυμάσαι να κάνεις ακόμα; Δεν χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη τεχνική. Αυτό που σκέφτεσαι, το λες. Το κάνεις post - it, μαγνητάκι στο ψυγείο, κηρομπογιά στον καθρέφτη, δυο γαμημένα τριαντάφυλλα, μια βόλτα μέχρι τον Λυκαβηττό, όπως παλιά, ένα χάδι, ένα χαμόγελο. Κάντο κάτι πάντως. Σε έχει φάει κι εσένα η συνήθεια.
Θέλω να καταφέρω να κάνω πάλι μια ερωτική εξομολόγηση της προκοπής. Και μου το θυμίζουν όλα γύρω μου. Στην αρχή το τελευταίο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου, ο Άνεμος Κουβάρι: «...Κυρίως επειδή, αυτό που λέει ο Πασένοβ, πως ένας άνθρωπος στους 11.378.802 θα τύχει να συναντήσει κάποιον άλλον και να μοιάζουν σε πάνω από είκοσι συνήθειες - κι απ' αυτούς τους ανθρώπους που μοιάζουν, μόνο ένας μέσα στο τριακονταπεντάκις εκατομμύριο θα μπορούσε να αγαπήσει έναν όμοιο και ένας στο δωδέκατο εκατομμύριο θα μπορέσει και να αγαπήσει τον όμοιο και να αγαπηθεί απ' αυτόν; Είμαι τρελή ή τα Μαθηματικά κάνουν λάθος;...»
Κι αμέσως μετά στις διαδρομές σπίτι - δουλειά - σπίτι με το μετρό, «Το κορίτσι με τα πορτοκάλια» του Jostein Gaarder. Και αμέσως μετά το «Χαίρε παραμύθι μου» της Ελένη Γκίκα, με δυο ήρωες που φωνάζει ο ένας τον άλλον Λίλια και Βλαδίμηρο, και ερωτεύονται έχοντας στη μασχάλη τους τα «Ερωτικά Γράμματα στη Λίλια Μπρικ» του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι: «Αγαπητό κι εξαίσιο Λιλιόκον! Μην αρρωσταίνεις, για τον Θεό! Αν ο Όσκα δεν σε φροντίσει και δεν μεταφέρει τα πνευμόνια σου εκεί που πρέπει, εγώ θα σου φέρω στο σπίτι ένα πευκοδάσος και μέσα στο γραφείο του Όσκα θα στήσω μια θάλασσα όπως τη θέλω εγώ. Αν το θερμόμετρο σου ανέβει πάνω από το 36, θα του κόψω τα πόδια... Σε σφίγγω στην αγκαλιά μου μέχρι τα κόκαλά σου να τρίξουν. Ο Βολόντια σου.»
Και μετά ήρθε το Poster του Νίκου Ζούδιαρη, για μια σχέση, για μια πόλη και την σχέση τους, και για δύο ήρωες που νιώθουν, αλλά δεν προλαβαίνουν να πουν. Γιατί ζουν εδώ. Σ' αυτήν την πόλη. Και ζουν όπως όλοι μας. Και θέλουν να τα πουν, τα ομολογούν όλα στον εαυτό τους. Αλλά μάλλον δεν προλαβαίνουν. Και δεν προλαβαίνουν να τα κάνουν ούτε post it, ούτε ένα μαγνητάκι στο ψυγείο, ούτε κηρομπογιά στον καθρέφτη, ούτε δυο γαμημένα τριαντάφυλλα, ούτε μια βόλτα μέχρι τον Λυκαβηττό, όπως παλιά, ένα χάδι, ένα χαμόγελο. Και χάνονται έτσι επειδή δεν νίκησαν την συνήθεια.

Μωρό μου στο αφιερώνω, γιατί είσαι η Χάρις μου, η χαρά μου και η ζωή μου όλη:
Μέτρησα τις πιο βαθιές μας διαφορές
κι ήταν η σχέση μας αυτές
χάιδεψέ τες αν τις δεις ποτέ
Κι έπειτα το χρόνο μέτρησα να δω αν προλαβαίνω να σου πω
Από 'μένα πόσα δεν μπορώ
Ό,τι κι αν γίνει ένα λες
πως μ' αγαπάς χίλιες φορές
Κι αν μείνει τ' όνειρο μισό
κι αν το φιλί χαθεί κι αυτό
Ένα να λες σαν να 'ναι χτες
Πως μ' αγαπάς χίλιες φορές
Έψαξα έτσι ένα ψέμα σου να βρω
να μην μπορώ να τ' ανεχτώ
και δεν βρήκα ούτε ένα
Κι έπειτα μέτρησα πάλι για να δω
αν είν' τα λάθη μου εδώ και δεν έλειπε κανένα...
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Τζαζ με θαλασσινά…

Του Δημήτρη Σταρόβα

Πριν από μερικές ημέρες έλαβα μια πρόσκληση για μια συναυλία σε ένα τζαζ κλαμπ της Αθήνας. Ήταν για τη συναυλία εξαίρετου καινοτόμου μουσικού Steve Turre. Ο Turre παίζει άριστα τρομπόνι και είναι γνωστός από τις συνεργασίες του με τα μεγαθήρια Dizzie Gillespie, Pasquito D' Rivera, Arturo Sandoval και βάλε. Κυρίως όμως το μουσικόφιλο κοινό τον γνωρίζει από τα κοχύλια που χρησιμοποιεί σαν πνευστά όργανα!
Τζαζ με θαλασσινά ένα πράγμα. Πως λέμε. σπαγγέτι με θαλασσινά!
Το αποτέλεσμα, βέβαια, είναι εκπληκτικό. Πολύ καλή μουσική και μουσικοί, άψογα παιξίματα και γενικότερα μια ατμόσφαιρα μαγική, με τους ήχους να κυκλοφορούν στον χώρο και να σε ταξιδεύουν, με έναν τρόπο που μόνο η μουσική ξέρει και μπορεί.
Παρακολουθώντας τον κύριο Steve Turre να παίζει με τα κοχύλια του, άρχισαν να τριγυρίζουν στο μυαλό μου διάφορες σκέψεις.
Εδώ και αρκετό καιρό ασχολούμαι με τη τεχνολογία. Έχω, φυσικά, ηλεκτρονικό υπολογιστή, τον οποίο χρησιμοποιώ και για ψυχαγωγικούς αλλά και επαγγελματικούς σκοπούς-σχετικούς με τη μουσική-, όπως οι περισσότεροι συνάδελφοι που γνωρίζω.
Η αλήθεια είναι ότι οι δυνατότητες που σου παρέχει ένα pc είναι σχεδόν απεριόριστες. Είναι αλήθεια, επίσης, ότι με ένα καλό πακέτο προγραμμάτων και παιχνιδιών ενδέχεται να κλειστείς σε ένα δωμάτιο και να περάσει μία βδομάδα χωρίς να το καταλάβεις.
Ποιος; Εσύ; Που όργωνες τις αλάνες πιτσιρικάς με μια φέτα ψωμί με λάδι και ρίγανη. Εσύ, που, μια μέρα αν δεν βρισκόσουν με τα φιλαράκια σου, θα πάθαινες κατάθλιψη. Εσύ, που άκουγες τις προάλλες τον φίλο σου τον Νίκο να σου παραπονιέται για τον γιο του, που το περασμένο καλοκαίρι, αν και κάνανε δυο μήνες διακοπές στη Χαλκιδική, μπήκε τρεις φορές στη Θάλασσα, επειδή ήταν «απασχολημένος» με τον υπολογιστή του.
Μια στιγμή όμως. Εσύ δεν είσαι που πατάς μερικά κουμπάκια και γίνονται πράξη τα περισσότερα από αυτά που έχεις να κάνεις; Που διάβαζες προχθές πως σε μερικά χρόνια θα υπάρχει η δυνατότητα να αλλάζεις αρκετά από τα ζωτικά σου όργανα με μια «επεμβασούλα» και να γίνεσαι καινούργιος, με προδιαγραφές να ζεις εκατόν πενήντα χρόνια; (Εγωιστικό ε;) Ή μήπως δεν είσαι εσύ που καρπώνεσαι όλα τα καλούδια που η τεχνολογία σου προσφέρει;
Ναι, δεν λέω, αλλά όμως. Άστο μεγάλε, κάηκες.
Τελικά, σε μερικά πράγματα πρέπει να είναι κανείς απόλυτος, αλλιώς τον τρώει το γνωστό σαράκι που χτυπάει όλους αυτούς που έχουν δύο ή πολλές φορές περισσότερες απόψεις για καθετί και δικαιολογούνται λέγοντας, στον εαυτό τους κυρίως, ότι είναι άτομα με 'εσωτερικές ανησυχίες'.
Και τέτοιες στιγμές θυμάμαι τη γιαγιά μου τη συγχωρεμένη που μου ‘λεγε:
«Δημητράκη, πουλάκι μου, να προσέχεις γιατί ο Τούρκος λέει: Μπισκινί οτούρ γκελένεν γκίνι ορσούν αμά».
Τι θα πει αυτό γιαγιά;
«Αυτό που σου λέω!...».
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Τι δεν έμαθε ο Θεός…

Του Φίλιππου Πλιάτσικα

Σκέφτομαι κάποιες φορές τι απ' όλα αυτά που λαμβάνουμε ως πληροφορίες, είναι αλήθεια και τι τελείως ψεύτικο. Αν κρίνω απ' το χώρο της μουσικής που το ξέρω λίγο πιο καλά, πιο πολύ ζούμε σε μια εικονική πραγματικότητα φτιαγμένη κυρίως για λόγους που εξυπηρετούν βεβαίως πολλά «άλλα» πράγματα, παρά στην ίδια την πραγματικότητα.
Παρακολουθώ με περιέργεια την (με λυσσαλέα επιμονή είναι αλήθεια) παρουσίαση ως υπέρ αστέρων διάφορων τύπων που στην πραγματικότητα περνούν σχεδόν αδιάφοροι στον κόσμο. Αυτό συμβαίνει βέβαια σε όλους τους χώρους και σε όλους τους τομείς της ζωής μας, κι όχι μόνο στη μουσική. Η μουσική και η τέχνη γενικότερα είναι απεικόνιση του όλου.
Το αποτέλεσμα της μακροχρόνιας αυτής κατάστασης είναι η δημιουργία τόσων πολλών πλασματικών αναγκών, που μας έχουν εγκλωβισμένους στην πολυτελέστατη ελευθερία μας. Το νιώθω αυτό και στους καλλιτέχνες που υπηρετούσαν μέχρι τώρα με συνέπεια την τέχνη τους, γιατί βλέπω την αγωνία τους να υπάρξουν σε αυτή την υποτιθέμενη νέα εποχή κάνοντας πράγματα που δεν τους ταιριάζουν και σε αρκετές περιπτώσεις ίσως και να μην τους τιμούν.
Είναι απίστευτο για μένα να ακούω από ανθρώπους με «ανήσυχο πνεύμα» να θεωρούν αυτονόητο ότι είναι σωστό να σέρνονται πίσω από την εποχή, παρά να την προκαλούν και να προσπαθούν να την οδηγήσουν.
Μου φάνηκε περίεργο όταν πριν από χρόνια άκουσα τον προηγούμενο νομίζω πλανητάρχη να ξεστομίζει και δημόσια πλέον τις ιδέες περί παγκοσμιοποίησης, εξαφάνισης της διαφορετικότητας και λείανσης των διαφορών, που ήταν για χιλιάδες χρόνια το αλατοπίπερο της ζωής και των πολιτισμών.
Ήμουν σίγουρος ότι για μια ακόμη φορά θα επέμβει στα σχέδια αυτά ο απρόβλεπτος ανθρώπινος παράγοντας και θα τα διαλύσει. Σκεφτόμουν, πως είναι δυνατόν να θεωρείται σίγουρο ότι όλα αυτά θα τα καταπιούν αμάσητα λαοί που έχουν στήσει την ιστορία τους, πάνω στις ακριβώς αντίθετες ιδέες.
Υπάρχουν στιγμές που νομίζω ότι είχα κάνει λάθος, κυρίως βλέποντας τι συμβαίνει στο χώρο που με αφορά, στο χώρο της τέχνης.
Ευτυχώς όμως όταν ανοίγω την πόρτα στον πραγματικό κόσμο που ακούγεται, που βράζει, που έχει μυρωδιές, που εξακολουθεί να ερωτεύεται με πάθος και υπερβολή, χαμογελάω πονηρά.

Τι δεν έμαθε ο Θεός
Ακούω μια κρυφή οργή, να μπαινοβγαίνει απ' τις πόρτες
Μετά μια μακριά σιωπή να κόβει τις δικές της βόλτες
Τι δεν έμαθε ο θεός, αλήθεια πως δεν είδε τόσα
Ο νόμος στο αίμα πιο σκληρός κι ο χρόνος χάνεται στα φώτα
Γιατί εξατμίζομαι τις νύχτες, γιατί γίνομαι καπνός
Τι δεν ξέρω, τι δεν είδα, τι να πω
Που έχουν κρύψει την ελπίδα, τι δεν έμαθε ο θεός
Πως μπορεί να μη το ξέρει ούτε αυτός.
Πρέπει να δικαιολογείς και τον αέρα που αναπνέεις
Τις νύχτες αν θα κοιμηθείς αν στέκεσαι ή αν καταρρέεις
Τι δεν έμαθε ο θεός αλήθεια που του κρύψαν τόσα
Ο λάθος φαίνεται σωστός, κάτω απ' τα καινούργια φώτα...
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Εξηγήσεις…

Του Θανάση Παπακωνσταντίνου

Στην προσπάθεια να εξηγήσω τι είναι αυτό που με κάνει και εκτίθεμαι ανεπανόρθωτα τραγουδώντας δεξιά κι αριστερά, οδηγήθηκα στον παρακάτω στίχο:
«Αυτό που μέσα μου ψάχνει κοιτάσματα,
αυτό που μέσα μου χτίζει κελιά,
αυτό που γλιστρά σαν φίδι και χάνεται,
αυτό που κλέβει απ' τους θεούς τη φωτιά...
Αυτό που αφήνεται σαν φύλλο στον άνεμο,
αυτό που βουλιάζει βαρύ σαν οργή,
αυτό που δροσίζεται απ' την αύρα του σύμπαντος,
που κοιμάται σαν γέρος και ξυπνά σαν παιδί...
Αυτό που γεννήθηκε πριν χρόνια αμνημόνευτα,
αυτό που σκιάζει του νου τις αυλές,
αυτό που γίνεται στάχυα την άνοιξη
και το χειμώνα άδειες χελιδονοφωλιές...
Αυτό που ματώνει τη μύτη του παίζοντας,
αυτό που σαν σκόνη αιωρείται στο φως,
αυτό που διαλέγει τις μέρες που θα 'ρθουνε,
που την ίδια ώρα είναι φίλος κι εχθρός...
Αυτό που μιλά και μιλιά δεν ακούγεται,
αυτό που σωπαίνει και μου παίρνει τ' αυτιά,
αυτό που γλυκά το ταΐζω παινέματα,
που τα βάζει στη γλώσσα του και τα φτύνει μετά...
Αυτό που με ξέρει σαν κάλπικο νόμισμα,
αυτό που δεν ξέρω να περιγράψω σωστά,
αυτό που δεν ξέρεις ούτε συ που μ' αγάπησες.
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Υπομένω, το μαγικό ρήμα για έναν επιτυχημένο γάμο…

Του Στέλιου Μάϊνα

Υπομένω τα νάζια σου την κακομαθημένη σου φύση την αδυναμία σου να επικοινωνείς με τρίτους Υπομένω τα νεύρα, τον μονοχνωτισμό σου, τον απομονωτισμό σου, τα κόμπλεξ σου απέναντι στους άλλους.
Υπομένω τη γκρίνια και τη γρουσουζιά σου, να με ψέλνεις όλο το 24ωρο, να μου παίρνεις τα σεντόνια και να κρυώνω όλη τη νύχτα. Να πιτσιλίζεις τις σάλτσες στα τραπεζομάντιλα που μόλις έπλυνα, υπομένω την κακιά σου συνήθεια να βγάζεις όλα τα κρυστάλλινα σερβίτσια στο τραπέζι τις καθημερινές και να τα σπας στην αγαρμποσύνη και την απροσεξία σου.
Υπομένω τη φαρμακερή σου γλώσσα και την μανία σου να μην αφήνεις να πέσει ατάκα στο πάτωμα, το λουρί που χεις συνέχεια λυμένο για καβγά, να με στολίζεις με κοσμητικά όλο το 24ωρο.
Υπομένω τη μύτη σου, το ύφος σου, τον τρόμο σου, την κακιά σου συνήθεια να σκορπίζεις παντού τα ρούχα σου, όταν διαλέγεις τι θα φορέσεις, παρόλο που σου πέταξα όλη τη γκαρδαρόμπα στις λάσπες της αυλής, όταν βρήκα στο κρεβάτι μου όλη τη ντουλάπα σου.
Υπομένω την αδράνεια που φτάνει στα όρια της αδιαφορίας όταν πρέπει να πάρουμε γρήγορα αποφάσεις, την απουσία σου απ' το σχολείο και εγώ να ακούω τα σχολιανά μου για τους κακούς βαθμούς της κόρης σου, υπομένω τα χατίρια που της κάνεις και την έχεις κάνει μια τεμπέλα με γουόκμαν.
Yπομένω την περηφάνια σου, υπομένω να μαλώνεις με τις φίλες σου, και γω να κάνω τον μεσολαβητή και να σε δικαιολογώ και να σε προστατεύω.
Υπομένω την μεγάλη ιδέα που έχεις για τον εαυτό σου, που νομίζεις πώς ο ήλιος ανατέλλει και δύει απ τη κοιλιά σου, την ιδέα πώς όλοι ασχολούνται μαζί σου, τη βουλιμία σου όταν καταβροχθίζεις όλο το ψυγείο και δεν βρίσκω να φάω τίποτα άλλο παρά τις κρέμες ομορφιάς σου...
Υπομένω την ασυνέπεια στα ραντεβού σου, περιμένοντας σαν χαζός τα τρία τέταρτα της καθυστέρησής σου...το χαζό σου χτένισμα και το ξανθό ψεύτικο μαλλί σου, ίσα ίσα για να μου τη σπάσεις επειδή σου είπα πώς μου αρέσουν οι μελαχρινές...την αδιαφορία σου να κοιμάσαι μέχρι τις δέκα κι εγώ να είμαι η δούλα σου που θα φτιάξει το πρωινό του αφέντη.
Υπομένω τη μανία σου να γράφεις συνεχώς μηνύματα στο κινητό σου ποιος ξέρει σε ποιόν, το χαζοκόλλημά σου με τα κοριτσάκια, και το λιγούρικο σου βλέμμα κάθε φορά που σταματάμε στο φανάρι, τις ατέλειωτες ώρες σου στο τηλέφωνο, όταν σου λέω περιμένω επαγγελματικό τηλέφωνο και συ με γράφεις, τα ψέματά σου όταν μου λες περιμένω επαγγελματικό τηλέφωνο και ξέρω πώς περιμένεις να σε πάρει η γκόμενα που της τέλειωσε το καρτοκινητό.
Υπομένω το ύφος σου όταν σε ρωτάω αν τάχεις με άλλη και μου λες με αθώο ύφος, γελώντας πονηρά, αγάπη μου τρελάθηκες, τη βλακεία σου όταν κλείνεσαι στο σαλόνι μεσημεριάτικα για να δεις τόλμη και γοητεία...
Υπομένω την απουσία σου μεσοβδόμαδα για συνέδριο στα Γιάννενα που έγινε Παρίσι με τη γραμματέα σου.
Υπομένω το δωμάτιό μου που έγινε salon de beauty, πήχτρα στα μπουκαλάκια, τις κρέμες και τα βαζάκια που κάνουν μια περιουσία...
Υπομένω τα 120 ζευγάρια παπούτσια σου που έχουν εκτοπίσει τα δικά μου, το να ανοίγω τη ντουλάπα και να μην αναγνωρίζω τίποτα, και να ρωτάω αυτό πότε το πήρες και να μου απαντάς...τώρα;;;!!!
Υπομένω τη γυφτιά και τη τσιγκουνιά σου να πάρεις ένα καινούργιο κουστούμι και να κυκλοφορείς με το ίδιο Αρμάνι τα τελευταία 10 χρόνια. Υπομένω την τσιγκουνιά σου να κρύβεις τα λεφτά μην τα βρω και στα πάρω,
Υπομένω... το μαγικό ρήμα για ένα πετυχημένο γάμο...
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Οι χοντροί είναι οι ωραίοι...

Του Ιεροκλή Μιχαηλίδη

Όχι, το καλοκαίρι μ΄ αρέσει. Και η ζέστη. Και το ελαφρύ ένδυμα μ' αρέσει. Με την ελαφρά τροφή έχω πρόβλημα φαίνεται. Γι' αυτό δεν μου χωράνε τα περσινά καλοκαιρινά μου ρούχα. Όπως και στους μισούς Έλληνες φαντάζομαι. Και να 'ταν και κανένα μικρό νούμερο, ποιος το 'λεγε. Αυτός ο χειμώνας φταίει. Λίγο τα ριχτά λίγο τα παλτά ξεχνιέσαι.
Το καλοκαιράκι όμως; Ούτε από τον εαυτό σου μπορείς να κρυφτείς. Και γιατί να κρυφτείς άλλωστε; Αφού ο Ελληνικός λαός είναι ο πιο παχύσαρκος της Ευρώπης. Έτσι κι αλλιώς δεν ανήκεις στην μειοψηφία. Αν αδυνατίσεις απλώς θα ανήκεις στο άλλο 50%. Παρ' όλα αυτά, το άλλο 50% των χοντρών δηλ. προσπαθεί έστω και την τελευταία στιγμή, να διώξει από πάνω του μερικά κιλά. Γι' αυτό και έχει γεμίσει ο τόπος με χιλιάδες κέντρα που υπόσχονται το αδύνατο. Να σε κάνουνε δηλ. αδύνατο. Αλλά αυτό κατά πως φαίνεται, είναι αδύνατο. Διότι με τόσα ινστιτούτα στη χώρα τόσα χρόνια, οι μισοί πελάτες τους όπως διατείνονται αν αδυνάτιζαν σήμερα όλη η Ελλάδα θα ήταν πετσί και κόκαλο.
Και πώς να αδυνατίσουν άλλωστε; Είδατε πουθενά να σου λένε να κόψεις τα κοψίδια, τα μακροβούτια στο ζουμάκι και τις μπύρες καλοκαιριάτικα;
Ακούσατε στα εκατομμύρια διαφημίσεις που παίζονται να σας λένε ότι θα σας κόψουν το χέρι αν το απλώσετε σε τούρτα παγωτό; Για μηχανήματα μιλάμε. Για ηλεκτροσόκ. Για κλίβανους και φούρνους που μπαίνεις μέσα ξεροψήνεσαι σαν γουρουνόπουλο, γυρνάς σπίτι και ξεχνάς τον πόνο σου σε μια μπανιέρα μακαρόνια...Ποια μηχανήματα ρε παιδιά; Και διυλιστήριο να είσαι την καρμπονάρα μια μέρα θες για να την κάψεις. Το χειρότερο και άκρως παράνομο βέβαια ότι όλα αυτά σου ζητάνε να τα προπληρώσεις. Πακέτο το λένε αλλά το πακέτο το τρως εσύ που ούτως ή άλλως σου αρέσει να τρως και τελικώς το πακέτο το χοντρό πάει στο ταμείο προκαταβολικά.
Προχθές συνάντησα τον φίλο μου τον Δημήτρη. Γνωστό χοντρό που έχει επισκεφθεί ανάλογο ίδρυμα. Τι έγινε ρε Δημητράκη; Πως πήγε το πρόγραμμα; Έχασες τίποτα;
300.000 χιλιάδες, μου απάντησε και έφυγε σιγοτραγουδώντας το άσμα για σένα
θα φάω τα σάντουιτς όλου του κόσμου.
Φίλοι αναγνώστες εύσωμοι ευτραφείς παχουλοί υπέρβαροι δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Ας είμαστε απλώς χοντροί. Όχι αφελείς. Το πολύ που μας επιτρέπεται είναι διαιτολόγος σοβαρός κατά προτίμηση που δεν προπληρώνεται πάνω από ένα μήνα και δεν κοστίζει πάνω από 30 euro την επίσκεψη. Μη σας ζητάνε το χαμένο σας βάρος σε χρυσό... Καλύτερα να αλλάξουμε γκαρνταρόμπα. Να πάρουμε κάτι σε ράσο. Διότι 8 στους 10 ιεράρχες της Ιεράς Συνόδου είναι παχύσαρκοι. Αλλά με το ράσο ξεχνιούνται.
Και αδύνατοι φαίνονται και καλοί Χριστιανοί. Με τα χρήματα που ξοδεύει ο Δυτικός κόσμος για να αδυνατίσει -για να μην τρώει δηλ.- θα μπορούσαν να χορτάσουν όλα τα πεινασμένα παιδιά του τρίτου κόσμου.
Υπάρχει βέβαια και φθηνότερος τρόπος. Ο Κορυδαλλός. Δεν είναι άλλωστε τυχαία τα παραδείγματα του Κοσκωτά και του Χριστόδουλου Ξηρού. Αλλιώς αράξτε στα κιλά σας, περιμένετε να απομονώσουν αυτό το καταραμένο γονίδιο που μας ανοίγει την όρεξη. Ή συμφιλιωθείτε με τα μεσαιωνικά σας θέλγητρα και ανατρέξτε στον Μπαλζάκ που λέει ότι το διάβασμα και ο έρωτας, τον αδύνατο τον αδυνατίζει και τον χοντρό τον παχαίνει.
Καλοκαίρι έχουμε. Απολαύστε τον έρωτα και το διάβασμα και σιγοψιθυρίστε το γνωστό τραγουδάκι: η θεωρία καταρρέει, οι χοντροί είναι οι ωραίοι...
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Η σταυροφορία του τίποτα…

Του Χρήστου Θηβαίου

Είσαι χριστιανός;
Ναι.
Θέλεις να γίνεις μουσουλμάνος;
Όχι.
Είσαι εβραίος;
Ναι.
Θέλεις να γίνεις χριστιανός;
Όχι.
Έτσι μας ρωτούσαν από το Παλαιστινιακό Θέατρο της Ιερουσαλήμ, αυτά τα νέα παιδιά ηθοποιοί στο θέατρο του Πανεπιστημίου στην Bologna.
Bologna ή Bo.
Βέβαια, «Boh?» σημαίνει και «ξέρω 'γω;».
Δεν είναι τυχαίο που η τελευταία κουβέντα που μου είπε ο καθηγητής μου Valerio Marchetti πριν με αποδεσμεύσει από την ακαδημαϊκή μου καριέρα-πορεία, ήταν: «Κανένα κείμενο, είτε είναι σε πάπυρο ή σε χαρτί ή σε οθόνη ή σε κορμί δε δίνει απαντήσεις. Θέτει μόνο ερωτήματα».
Έχετε καθίσει ποτέ μετά από μία κουραστική μέρα, παρκάροντας τα ποδήλατα δίπλα-δίπλα να φάτε στο ίδιο τραπέζι ένα φτηνό σάντουιτς με Παλαιστίνιους και Εβραίους;
Εγώ ναι.
Η Ερυθρά θάλασσα και η λωρίδα της Γάζας, ως τα λιμάνια που μυρίζουν την Κύπρο στην Μεσόγειο, δίνουν άλλη γεύση στα φοιτητικά σάντουιτς. Γιατί, το ποιο ακριβό πιάτο είναι η σιωπή και ο σεβασμός της παρέας.
Κανείς, που γεύεται την φιλία σου, δεν θέλει να επιβάλλει τίποτα δικό του. Θέλει, απλά, να μοιραστεί τον ερωτισμό των ονείρων του. Πάνω σε ένα μεταχειρισμένο ποδήλατο.
Το βράδυ στην ταβέρνα, μαγειρεύουμε και σερβίρουμε όλοι εκ περιτροπής, εμείς οι φοιτητές, όχι οι φαντάροι του ΟΗΕ. Μαγειρεύεις και σερβίρεις στον υποτιθέμενο εχθρό σου. Εχθρούς μας χρήζει η θρησκεία. Ποια θρησκεία; Του χρηματιστηρίου;
Όλοι οι νεαροί διανοούμενοι, για πάντα, θα ταυτίζονται με τον αντίστοιχο αθάνατο Τσε Γκεβάρα ,που γέννησαν τα χρώματα και η αγωνία του τόπου του.
Ο Χριστός, σταμάτησε στο Έμπολι, θα μπορούσε να σταματήσει και στα καμένα της Πάρνηθας, θα μπορούσε να σταματήσει και στο Villa Mercedes ή στο Allou Fun Park. Αλλά μπορείτε να τον φανταστείτε διαπλεκόμενο ανάμεσα σε οικοπεδοφάγους; Πιστεύετε ότι χάρηκε για το ότι η μάνα του ήταν παρθένα; Ή ήθελε να μείνει στην ιστορία για το ότι η σύντροφός του ήταν πουτάνα; Υπάρχει καμία εικόνα ή μαρτυρία να φοράει μαύρα ράσα; Η μόνη μαρτυρία που θα μπορούσα να πιστέψω να του αρέσουν τα μαύρα ρούχα, είναι να ακούει τον Lou Reed ή τον Jim Morrison, τραγουδώντας «take a walk on the wild side» ή «i need someone who doesn't need me».
Αλλά, ζούμε αλλού. Εδώ, που το Βατοπέδι με όλους αυτούς που έχουν αγκιστρωθεί στα χρυσόβουλα βρακιά του Βυζαντίου, που κέρδισαν οι σκοταδιστές της εκκλησίας με πισωκολλητά επί Τουρκοκρατίας και εδώ που την παγκόσμια ημέρα χωρίς αυτοκίνητο όλοι όσοι μένουν στην Εκάλη, θυμήθηκαν ότι έχουν γκόμενα στο Πέραμα.
«Εγώ, θα πάρω την φυλή μου και θα φύγω. Θα πάμε στον Άραχθο να τραβήξουμε κουπί για τρεις ώρες, να πλύνουμε την ψυχή μας στα νερά και τη σιωπή κάτω από απολιθωμένες ρίζες δέντρων και μεσ' τους κήπους των ματιών αυτού του τόπου, που η κληρονομιά που μας αφήνουν μέσα από μία παράγκα στο ποτάμι και τις παγωμένες κολυμπήθρες, είναι: «τι φοβάσαι Νίκο πιο πολύ στην ζωή σου; Τις ενοχές παιδιά. Οι ενοχές δεν είναι ιδέα, οι ενοχές είναι μία σακούλα γεμάτη σκουπίδια μεσ' στα σπλάχνα μου και δεν τη θέλω. Μακάρι εγώ και όλοι οι άνθρωποι να καταφέρουμε να την πετάξουμε μια μέρα μακριά».

ΥΓ1: η 17 Νοέμβρη είναι Μέσα. Οι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες και οι παπάδες που έχουν πάρει μέρος στα μεγαλύτερα σκάνδαλα και εγκλήματα γιατί είναι έξω;
ΥΓ2: Οι πειρατές έχουν ένα χρυσό σκουλαρίκι στο αυτί, γιατί όταν τους βρει κάποιος νεκρούς στη θάλασσα ή στα βράχια, πρέπει ως κώδικα τιμής, να πάρει το σκουλαρίκι σαν αντίτιμο και να τους κάνει μία αξιοπρεπή κηδεία. Εμάς, το χρυσό μας σκουλαρίκι είναι η μουσική μας.
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Mα τι ωραία μεγάλη αγκαλιά ...είναι αυτός ο πλανήτης!

Tης Ρένιας Λουϊζίδου

Λατρεύω τα ταξίδια. Τόσο απλά. Ανήκω στην ονειροπαρμένη εκείνη κατηγορία των ανθρώπων που όταν ζορίζονται λίγο παραπάνω από την καθημερινότητα, το άγχος και την επανάληψη, κλείνουν τα μάτια και φαντάζονται...
Προορισμός, ανθρώπους πολιτισμούς, ορίζοντες.
Ταξίδια. Μικρές προστατευμένες περιπέτειες. Μια βόλτα στη Via Venetto, ανάβαση στο Μάτσου - Πίτσου, νύχτα στο Σηκουάνα, παζάρια στο Καπαλί Τσαρσί, ράφτινγκ στην Ζανζινβάρι, θέατρο στη Νέα Υόρκη, λιακάδα στο Μαυρίκιο.
Λοιπόν η φαντασίωση αυτή του παγκόσμιου περιηγητή τα τελευταία δέκα δεκαπέντε χρόνια, κόντεψε να γίνει κάτι σαν πραγματικότητα. Έτσι νομίζαμε τουλάχιστον.
Ταξίδια; Πολλά.. Εύκολα, γρήγορα, απλά. Χιλιάδες πτήσεις φθηνές. Εκατομμύρια προορισμοί, όλοι πιθανοί. Πακέτα ταξιδιωτικά, οδηγοί, σελίδες στο internet, προτάσεις και ιδέες για όλα τα γούστα. Πολίτες του κόσμου -λέει- πια. Μουσικές που ταξιδεύουν, πολιτισμοί που συναλλάσσονται, γλώσσες που αναμιγνύονται, εικόνες που συντίθενται.
Βρε μπας και η παγκοσμιοποίηση έχει και τα καλά της; Μέχρι και η μόδα μας στόλισε στο ethnic από την κορφή μέχρι τα νύχια. Και η μουσική ethnic να'ναι, κι ό,τι να' ναι.
Μα τι ωραία μεγάλη αγκαλιά είναι αυτός ο πλανήτης! Τα σύνορα ανοίγουν, οι άνθρωποι ανακατεύονται, οι αποστάσεις μικραίνουν.
Μικραίνουν; Ή μήπως όχι; Γιατί ξαφνικά ...τι έγινε αλήθεια ξαφνικά;
Εγώ δεν είμαι που θα ταξίδευα χωρίς διαβατήριο σε όλη την Ευρώπη; Τότε γιατί μου ζητάνε ταυτότητα ακόμα και στην πτήση για Θεσσαλονίκη; Γιατί μου κρατάνε ακόμα και το τσιμπιδάκι για τα φρύδια;
Εγώ δεν είμαι που θα έφτανα μέχρι τα βάθη της ζούγκλας στο Βόρνεο; Τότε γιατί σκέφτομαι αυτόματα το «σαρς» κάθε φορά που λέω τη λέξη Ασία; Γιατί με συλλαμβάνω να ρωτάω πόσο φανατικοί οι μουσουλμάνοι είναι στην Ιορδανία; Γιατί σε κάθε βόμβα που σκάει σε κάθε επίθεση αυτοκτονίας, βάζω ένα νοερό -χ- στη λίστα των προορισμών μου; Γιατί το Μπαλί δεν μου αντιστοιχεί πια στον εξωτικό παράδεισο, αλλά στο μέρος που σκοτώθηκαν εκατόν τόσοι άνθρωποι; Γιατί διαβάζω δείκτες εγκληματικότητας και σκέφτομαι ταυτόχρονα το τρίχρονο παιδί μου; Ξαφνικά γιατί ο κόσμος δεν είναι αρκετός που λέει και ο Τζέιμς Μπόντ; Γιατί...
Γιατί ο κόσμος πάντα τόσος ήτανε και τέτοιος... Μικρός και μεγάλος. Καλός και κακός. Ωραίος και άσχημος. Μόνο που τώρα που παριστάνουμε ότι τον ενώσαμε και ότι ξέρουμε τα πάντα πια ο ένας για τον άλλον, τώρα εμβρόντητοι ανακαλύπτουμε την άβυσσο που μας χωρίζει.
Άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου και το κουτί της Πανδώρας μαζί. Και τώρα απλώς γίνονται όσα ήταν δρομολογημένα να γίνουν. Φανερώνονται όσα ήταν κρυμμένα αλλά και όσα κάναμε πως δεν τα βλέπουμε. Αχ δεν θα το αντέξω απ' όλα αυτά να μείνει μόνο το Ινδικό πασούμι του Κολωνακίου, το καφτάνι και ο μεταμοντέρνος αμανές με το Beat. Νομίζω πως πάλι με πιάσανε κοροΐδο. Ίσως πάλι φταίω κι εγώ, που αντιδρώ πάντα ετεροχρονισμένα. Κι εδώ που τα λέμε κι εγώ ...είμαι στα αλήθεια ανοιχτή; Είμαι τουρίστας ή ταξιδιώτης; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως το έχω ανάγκη το ταξίδι. Όχι για να χαλαρώσω ή να ξεκουραστώ. Το' χω ανάγκη γιατί με βοηθάει να προσδιορίσω ποια είμαι, τι είμαι, τι μ' αρέσει, σε τι πιστεύω με ποιανού το μέρος θα πάω. Ποιος εχθρός μπορεί να γίνει φίλος.
Συνεχίζω να λατρεύω τα ταξίδια. Μόνο που τώρα κάπως τα φοβάμαι κιόλας. Καλά μαθημένα τα βουνά στα χιόνια. Μάλλον μόλις απέκτησα ακόμη ένα φόβο που θα πρέπει στο μέλλον να νικήσω...
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Υπάρχει μια πολύ λεπτή γραμμή... ανάμεσα στην αγάπη και στο μίσος…

Του Γεράσιμου Γεννατά

Φίλοι μου αγαπημένοι, γειά σας...
Φίλοι μου αγαπημένοι...
Έτσι ξεκινούσε τα προγράμματά του, τις παρουσιάσεις του ένας πολύ γνωστός και αγαπημένος στο πλατύ κοινό παρουσιαστής πριν από σαράντα χρόνια ίσως! Τότε, σε μια άλλη εποχή, μ' έναν άλλο αέρα, μ' άλλο χρώμα και μ' άλλο άρωμα βέβαια, με τα ίδια προβλήματα όμως και τους ίδιους φόβους.
Φίλοι μου αγαπημένοι λοιπόν: ο ποιητής λέει : «Αν είναι να μιλήσει κάποιος, ας πει για την αγάπη!» κι η παροιμία λέει: «Αγαπώ θα ειπεί αγαπάω». Είδατε ένα τόσο δα γραμματάκι παραπάνω ...και τι μπορεί να κάνει...
Αγαπώ θα ειπεί αγαπάω, ακούτε; Σαν να μην υπάρχει καμιά διαφορά κι όμως αυτό το παραπάνω γραμματάκι, αυτό το μικρό άλφα πόσο πιο πλούσια, πιο λαμπερή, πιο γεμάτη κάνει την ασυναίρετη λέξη.
Αγαπάω σε μια εποχή συντομεύσεων, σε μια εποχή γρηγοράδας, σε μια εποχή που οι υπολογιστές τρέχουν με GHZ, τα αυτοκίνητα τρέχουν με τόσους HP στα τόσα κυβικά, οι αθλητές τρέχουν με αναβολικά και από Δήμητρα γίνονται Μήτσος, ένας κύριος τρέχει με ξεχασμένο ανοιχτό το φερμουάρ του παντελονιού του ...μπααα, μην πάει το μυαλό σας αλλού...τρέχει για να προλάβει το λεωφορείο, το οποίο λεωφορείο τρέχει για να προλάβει το φανάρι, το οποίο φανάρι τρέχει για να προλάβει ν' αλλάξει χρώμα για να προλάβει να περάσει το αντιθέτως διερχόμενο ταξί στο οποίο επιβαίνει ένας άλλος κύριος, ίσως και φίλος ή γνωστός του προηγούμενου που τρέχει για να προλάβει να επιβιβαστεί εγκαίρως στο μετρό το οποίο θα τρέξει υπογείως, θα διασχίσει αφανώς, υπογείως την πόλη η οποία υπεργείως θα συνεχίσει να τρέχει, θα την διασχίσει και θ' αναδυθεί για να προλάβει να βρεθεί ο τελευταίος φίλος στο σταθμό του τρένου. Κι έτσι φτάσαμε στη λέξη που θέλαμε, τρένο. Σ' ένα τέτοιο σταθμό, σ' ένα τέτοιο τρένο χτύπησε και πάλι η καρδιά του μίσους.
Το μίσος, συνηρημένο ή ασυναίρετο είναι τι ίδιο μαύρο, το ίδιο απρόσωπο, το ίδιο παράλογο είτε φοράει ένα σταυρουδάκι στο λαιμό του, είτε μερικές χειροβομβίδες στη μέση του. Κι είναι το ίδιο μαύρο και παράλογο απ' την πρώτη εκείνη ημέρα που ένας πίθηκος σήκωσε ένα μεγάλο κόκαλο σα ρόπαλο και το κατέβασε στο κεφάλι ενός άλλου πίθηκου που πριν από λίγο έπαιζαν μαζί. Είναι το ίδιο μαύρο και παράλογο σ' όλη την ιστορία του πολιτισμένου κόσμου μας από τους ισπανούς και τους πορτογάλους που ακόνισαν πολλές λεπίδες μαχαιριών στους λαιμούς μερικών εκατομμυρίων ινδιάνων, στους σταυροφόρους που γέμισαν πολλά άγια δισκοπότηρα με αίμα στην εκδρομή τους στους άγιους τόπους, από την Ιερά Εξέταση που έκανε χιλιάδες φορές το σταυρό της κάθε φορά που διαμέλιζε κάποιον άνθρωπο που απλώς έλεγε ότι η γη είναι στρογγυλή μέχρι τους πολιτισμένους δυο παγκόσμιους πολέμους, μέχρι την υπερπολιτισμένη USA που τα τελευταία εξήντα χρόνια το κυριότερο προϊόν που παράγει και εξάγει σ' όλο τον πλανήτη είναι ο πόλεμος, για να φτάσουμε και στους μουσουλμάνους που δεν ξέρω, τι ακριβώς θέλουν;
Σώνει και καλά να γονατίζουμε τρεις φορές την ημέρα και να χτυπάμε το κεφάλι μας στο πάτωμα ως προσευχή και να μην τρώει κανείς μας χοιρινό;
Γιατί ρε φίλε, εμένα μ' αρέσει το χοιρινό! Το μίσος, συνηρημένο ή ασυναίρετο, είναι πάντα το ίδιο μαύρο και παράλογο.
Η αγάπη, συνηρημένη ή ασυναίρετη, είναι πιο πλούσια και λαμπερή. Υπάρχει μια πολύ λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αγάπη και στο μίσος.
Ας μην την περνοδιαβαίνουμε τόσο εύκολα, ας εμπιστευτούμε γι' αυτό την ευγένεια, την ανθρωπιά, την κατανόηση, την αναζήτηση και τον πολιτισμό.
Είναι τα μόνα μας όπλα απέναντι στη βαρβαρότητα και τη μισαλλοδοξία...
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).

Μπιτ παζάρ, η αγορά του τίποτα...

Του Λουδοβίκου των Ανωγείων

Σκέψου ότι υπάρχει μια αγορά που έχει κόσμο, έχει πράγματα και τελικά είναι ένα τίποτα. Αισθάνομαι ότι αυτή η αγορά μπορεί να είναι και στα αισθήματα, δηλαδή η συνάντηση δύο ανθρώπων να μην έχει κανένα βάθος πέρα από την εικόνα και την ανταλλαγή χαμόγελων και φιλοφρονήσεων. Αυτή είναι η Αγορά του Τίποτα.
Ωστόσο η αφορμή είναι ρεαλιστική. Η αγορά υπάρχει στη Θεσσαλονίκη. Σ΄ αυτή λοιπόν την αγορά, το πρωί βλέπεις λερά σεντόνια και κουβέρτες... άθλια πράγματα να πουλιούνται. Ή μάλλον όχι άθλια, λάθος το 'πα. Σπουδαία πράγματα είναι, μεταχειρισμένα. Ένα πράγμα που το έχεις μεταχειριστεί, σου έχει προσφέρει την υπηρεσία του. Είναι όπως ένας γέροντας που χρειάζεται τον σεβασμό σου. Γιατί μην ξεχνάς ότι τα πράγματα παίρνουν ψυχή από τον άνθρωπο τον ίδιο που τα μεταχειρίζεται και τα φτιάχνει. Βλέπω ας πούμε άλμπουμ φωτογραφιών σ' ένα παζάρι τέτοιο, τα χαμογελαστά κορίτσια και τα παιδιά τους στα πόδια τους... γάμους... και βλέπεις αυτό το φωτογραφικό στιγμιότυπο να ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και να φτάνει στην πιο φθηνή του εκδοχή να πουλιέται σ' ένα παζάρι... σ' ένα παζάρι του τίποτα.
Το παζάρι όμως αυτό, το βράδυ μαζεύει τα πράγματά του και μεταμορφώνεται γιατί η νύχτα ξέρει να κρύβει. Γι αυτό είναι σπουδαία... ενώ το φως δεν ξέρει να κρύβει. Τη νύχτα λοιπόν, τα παλιά πράγματα που είναι στις γωνίες στα ρετιρέ από πάνω, κάτι παλιά κάδρα που έχουν διακοσμητικά, δημιουργούν με τους χαμηλούς φωτισμούς ένα μικρό σκηνικό, θα έλεγα κινηματογραφικό. Σαν ένα σκηνικό του Φελίνι. Και νέα παιδιά, κυρίως φοιτητές, κατακλύζουν το χώρο σ' αυτές τις μικρές ταβέρνες και τους μουσικούς χώρους με τα πολύ ωραία ονόματα που υπάρχουν εκεί. Υπάρχει μια ταβέρνα «Παλιών Αρχών». Υπάρχει μια άλλη που λέγεται «Οίνος και Παλιά» και μια άλλη «Μπιτ Παζάρ». Εκεί λοιπόν κάθε βράδυ είναι σαν να εκδικείται η νύχτα τη φτήνια της ημέρας. Νέοι και νέες με γέλια σε μακρόστενα τραπέζια με τσίπουρα κι ελάχιστες τροφές, γιατί είναι φτωχοί νέοι με πλούσια αισθήματα στο Μπιτ Παζάρ και φτιάχνουν έναν κόσμο ολόκληρο. Αρχίζουν οι κιθάρες, τα παιχνίδια, τα περάσματα... ολοδρόσερα κορίτσια κι αγόρια να παίζουν μεταξύ τους. Εκεί μέσα λοιπόν γίνεται και η αγορά των αισθημάτων αλλά η αγορά -όχι του αγοράζω, ο τόπος των αισθημάτων. Η αγορά του «Μπιτ Παζάρ» λοιπόν γίνεται μια μήτρα υποδοχής σχέσεων, συναντήσεων. Παιδιά που ξεκινούν τη ζωή τους από ένα κρασί και μια ρακή... έχω δει στιγμές εκεί, που όλος ο χώρος λειτουργεί σαν ένα πράγμα. Γίνεται δηλαδή μια συνάντηση του χθες με το σήμερα.

Μπιτ Παζάρ
Στο Μπιτ Παζάρ στην αγορά
μαζεύουν μνήμες και παλιά
και τα πουλάνε.
Πίνουν καφέ τα πρωινά
στα καφενεία του Μηνά
και δεν μιλάνε.
Έχει και μια μικρή θεά
που ξέρει ένα παλιό ντοά (προσευχή)
και σε μαγεύει.
Όπου κι αν κρύψεις την καρδιά
εκείνη βρίσκει τα κλειδιά
και σου την κλέβει.
Ο σιδεράς άμα τη δει
το δάχτυλο με το σφυρί
χτυπάει.
Άντρας από παλιά κοπή
έχει τον έρωτα ντροπή
και δεν μιλάει.
Μα σαν αρχίσουν τη ρακή
ο χρόνος δεν περνά από κει
Μα σαν αρχίσουν τη ρακή
όλο το σύμπαν είναι εκεί...
(από τα Λόγια στο Χαρτί του Ως3).